ευσέβαστος

-η, -ο
άξιος σεβασμού, αξιοσέβαστος.
επίρρ...
ευσεβάστως
με σεβασμό («ευσεβάστως αναφέρω ότι...»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σεβαστός. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Κ. Οικονόμο].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.